Αυτοσυγκράτηση /af.to.siŋ.ɡra.'ti.si/ Noun

English
restraint
Deutsch
die zurückhaltung

Example

  • Η κυβέρνηση επέβαλε **εγκράτεια** (αυτοσυγκράτηση / συγκράτηση / αυτοέλεγχος) στις εξαγωγές ειδών πολυτελείας.
  • The government imposed export restraints on luxury goods.
  • Εδώ η 'εγκράτεια' λειτουργεί ως θεσμικός περιορισμός.