Εισαγωγή /isi̯aˈɣoʝi/ Noun

English
introduction
Deutsch
einführung

Example

  • Η εισαγωγή του βιβλίου εξηγεί τις βασικές έννοιες καθαρά.
  • The introduction to the textbook explains the core concepts clearly.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το 'εισαγωγή' για το εισαγωγικό κεφάλαιο.