ξεσπάω/ξεσπάσω ξεσπάω/ξεσπάσω Noun

English
blast
Deutsch
detonation / sprengung (nomen) / sprengen (verb)

Example

  • Η **έκρηξη** (πυροδότηση / κρότος / ρήξη) της βόμβας έσπασε τα τζάμια σε ακτίνα χιλιομέτρων.
  • The bomb blast shattered windows for blocks.
  • Εδώ η 'έκρηξη' είναι η πιο δυνατή και επίσημη επιλογή.