τουλάχιστον /tu.laː.χisˈton/ Adverb
- English
- least
- Deutsch
- am wenigsten / der/die/das wenigste
Example
- Βρίσκεται πάντα εκεί που τον περιμένεις το **λιγότερο**.
- He always turns up just when you least expect him.
- Εδώ το 'λιγότερο' λειτουργεί ως επίρρημα τρόπου.