Ελευθερία /eleftheˈria/ Noun

English
liberty
Deutsch
freiheit

Example

  • Ο αγώνας για τη δικαιοσύνη και την **ελευθερία** συνεχίζεται.
  • The fight for justice and liberty continues.
  • Η «Ελευθερία» εδώ είναι η αφηρημένη έννοια.