επιχειρηματίας /epixirimatias/ Noun
- English
- entrepreneur
- Deutsch
- unternehmer
Example
- Ένας δημιουργικός **επιχειρηματίας**, ο οποίος ήταν συνεχώς σε φάση ονειροπόλησης για νέα έργα.
- A creative entrepreneur, he was continually dreaming up new projects.
- Η λέξη «επιχειρηματίας» φέρει το βάρος της ευθύνης και του ρίσκου.