επικρατώ /epikraˈto/ Verb

English
prevail
Deutsch
sich durchsetzen

Example

  • Η κοινή λογική τελικά [επικράτησε] (νίκησε / υπερίσχυσε) στο Διοικητικό Συμβούλιο.
  • Common sense eventually prevailed in the boardroom.
  • Εδώ τονίζεται η τελική νίκη μιας ιδέας.