έρημος /ˈerimos/ Noun

English
desert
Deutsch
die wüste

Example

  • Η Σαχάρα είναι η μεγαλύτερη θερμή [έρημος] του κόσμου.
  • The Sahara is the world's largest hot desert.
  • Η λέξη 'έρημος' παραπέμπει άμεσα στη Σαχάρα.