το ευρώ /evˈro/ Noun
- English
- euro
- Deutsch
- der euro
Example
- Ο καφές κόστισε τρία ευρώ (κοστίζει / κοστίζει / κοστίζει) — της: The coffee cost three euros.
- The coffee cost three euros.
- Το 'ευρώ' είναι πάντα στον ενικό αριθμό όταν αναφέρεται σε ποσότητα.