Ο καθένας /ˈolʲi/ Pronoun

English
everybody
Deutsch
alle

Example

  • Ο καθένας γνωρίζει (ξέρει / αντιλαμβάνεται / αντιλαμβάνεται) πως η εξάσκηση φέρνει την τελειότητα.
  • Everybody knows that practice makes perfect.
  • Η παροιμία είναι παγκόσμια και πολύ οικεία.