Εξάσκηση /eɡzaˈskisi/ Noun

English
practice
Deutsch
übung

Example

  • Χρειάζεται περισσότερη εξάσκηση πριν τη συναυλία.
  • She needs more practice before the concert.
  • Εδώ η εξάσκηση είναι η συστηματική δουλειά.