εξήγηση /e̞kse̞ˈiʝisi/ Noun

English
explanation
Deutsch
erklärung

Example

  • Η πιθανότερη **εξήγηση** (διευκρίνιση / αιτιολόγηση / λόγος) είναι ότι η πτήση του καθυστέρησε.
  • The most likely explanation is that his plane was delayed.
  • Η λέξη είναι πολύ συχνή σε καθημερινές συζητήσεις.