φαινόμενο /faˈnomeno/ Noun

English
phenomenon
Deutsch
das phänomen

Example

  • Η βαρύτητα είναι ένα φυσικό φαινόμενο που διέπει το σύμπαν. (Το φαινόμενο / Το γεγονός / Το θαύμα)
  • Gravity is a physical phenomenon that governs the universe.
  • Εδώ η χρήση είναι καθαρά επιστημονική, οπότε το 'φαινόμενο' είναι η μόνη σωστή επιλογή.