Διάσημος /ðiˈasimos/ Adjective
- English
- famous
- Deutsch
- berühmt
Example
- Είναι μια διάσημη ηθοποιός που έχει κερδίσει πολλά βραβεία (επιτυγχάνοντας (χτίζοντας / δημιουργώντας / ιδρύοντας) πολλά βραβεία).
- She is a famous actor who has won many awards.
- Η λέξη 'διάσημος' ταιριάζει άψογα σε αυτό το πλαίσιο.