φταίξιμο /ftaˈiksimo/ Noun
- English
- fault
- Deutsch
- die schuld / der fehler
Example
- Γιατί να ζητήσω συγγνώμη ενώ δεν είναι δικό μου το [το φταίξιμο];
- Why should I apologize when it's not my fault?
- Το 'φταίξιμο' είναι η πιο κοινή, ανθρώπινη λέξη για την ενοχή.