γκέι /ˈɡeɪ/ Adjective

English
gay
Deutsch
schwul

Example

  • Είναι ένα γκέι ζευγάρι. (Είναι ένα [ομοφυλόφιλο ζευγάρι] / [αρσενοκοιτικό ζευγάρι] / [ζευγάρι ομοφυλοφίλων])
  • They are a gay couple.
  • Η χρήση του 'γκέι' είναι η πιο άμεση και σύγχρονη.