Γεύση /ʝefsi/ Noun

English
flavour
Deutsch
geschmack

Example

  • Οι ντομάτες δίνουν έξτρα [γεύση] στη σάλτσα.
  • The tomatoes give extra flavour to the sauce.
  • Η 'γεύση' εδώ είναι η βασική, αισθητηριακή ιδιότητα.