Ανάθεση /anaˈθisi/ Noun
- English
- assignment
- Deutsch
- aufgabe
Example
- Οι φοιτητές οφείλουν να ολοκληρώσουν όλες τις σχολικές **αναθέσεις**.
- Students are required to complete all homework assignments.
- Εδώ η 'Ανάθεση' είναι ο επίσημος όρος για το homework.