ξεχωριστός /ksɛxoriˈstos/ Adjective

English
special
Deutsch
besonders

Example

  • Το σχολείο επιτρέπει αυτό μόνο σε ιδιάζουσες περιπτώσεις.
  • The school will only allow this in special circumstances.
  • Εδώ τονίζεται η σπανιότητα της περίστασης.