Ιεραρχία /ie̞ɾaɾˈçi.a/ Noun
- English
- hierarchy
- Deutsch
- hierarchie
Example
- Η εταιρεία έχει μια πολύ επίπεδη ιεραρχία (απλή δομή) — δεν υπάρχουν πολλά στρώματα διοίκησης.
- The company has a very flat hierarchy.
- Το 'επίπεδη' (flat) είναι η μαγική λέξη εδώ, δείχνει έλλειψη αυστηρής δομής.