Ικανός /iˈkanos/ Adjective
- English
- capable
- Deutsch
- fähig
Example
- Είναι ικανή να διαχειριστεί καταστάσεις υψηλής πίεσης. (Δυνατή / Επαρκής / Εφικτή)
- She is capable of handling high-pressure situations.
- Το «ικανή» εδώ τονίζει την εσωτερική της ικανότητα και ψυχραιμία.