Ικανότητα /ikaˈno.ti.ta/ Noun
- English
- ability
- Deutsch
- die fähigkeit
Example
- Έχει την ικανότητα (δυνατότητα / επάρκεια) να μαθαίνει νέες γλώσσες γρήγορα.
- She has the ability to learn new languages quickly.
- Τονίζει την έμφυτη ή καλλιεργημένη δεξιότητα.