Ιούνιος /juːˈni.os/ Noun
- English
- june
- Deutsch
- der juni
Example
- Ο γάμος έχει προγραμματιστεί για τον [Ιούνιο] (Θεριστής / Έκτος μήνας) — η ζέστη είναι τώρα στο φουλ.
- The wedding is scheduled for June.
- Ο Ιούνιος είναι ο μήνας των πανελληνίων εξετάσεων.