Ήττα /iˈta/ Noun
- English
- defeat
- Deutsch
- die niederlage / besiegen
Example
- Το κόμμα αντιμετωπίζει την **ήττα** στις επερχόμενες εκλογές. [συντριβή / αποτυχία / κατατρόπωση] — Η πολιτική ανάλυση έδειξε ότι η **ήττα** ήταν αναπόφευκτη.
- The party faces defeat in the upcoming election.
- Στην πολιτική, η 'ήττα' είναι ο καθιερωμένος όρος.