καρφί /karˈfi/ Noun

English
nail
Deutsch
nagel

Example

  • Σταμάτα να δαγκώνεις τα νύχια σου! (Το 'νύχι' εδώ είναι το σωστό, όχι το 'καρφί'.)
  • Stop biting your nails!
  • Εδώ χρησιμοποιείται το 'νύχι' (toenail/fingernail), όχι το 'καρφί' (metal nail). Προσοχή στη διαφορά.