κάλτσα /ˈkalt͡sa/ Noun

English
sock
Deutsch
die socke

Example

  • Δεν μπορώ να βρω την άλλη μου [κάλτσα] — χάθηκε στο πλυντήριο.
  • I can't find my other sock.
  • Η απώλεια της μίας κάλτσας είναι παγκόσμιο δράμα.