Καταιγίδα /kataˈiʝiða/ NounEnglishstormDeutschder sturmExampleΗ άγρια [καταιγίδα] (θύελλα / αναταραχή) κατέστρεψε το παλιό δρυ.A fierce storm destroyed the old oak tree.Η 'καταιγίδα' είναι η πιο συνηθισμένη λέξη για τον καιρό.