κατάλογος /kaˈta.lo.ɣos/ Noun
- English
- catalogue
- Deutsch
- katalog
Example
- Ο ηλεκτρονικός κατάλογος της βιβλιοθήκης είναι εύκολος στη χρήση. [Ευρετήριο / Λίστα / Αρχείο] — Η πλοήγηση είναι απλή.
- The library's online catalogue is easy to navigate.
- Το 'κατάλογος' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.