καταστρέφω /kata.streˈvo/ Noun

English
ruin
Deutsch
ruine

Example

  • Επισκεφθήκαμε τα αρχαία ερείπια της Ρώμης. [ερείπια / ερείπια / ερείπια] — των
  • We visited the ancient ruins of Rome.
  • Το «ερείπια» είναι η πιο άμεση και συχνή μετάφραση για τα φυσικά ερείπια.