Κάτοικος /ˈka.ti.kos/ NounEnglishinhabitantDeutscheinwohnerExampleΤο νησί έχει μόνο έναν ανθρώπινο [κάτοικος] — ο γέρο-Μηνάς.The island has only one human inhabitant.Η λέξη 'κάτοικος' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.