μήνυμα /ˈkɛks.t/ Noun
- English
- text
- Deutsch
- der text
Example
- Ο υπολογιστής επεξεργάζεται μεγάλο όγκο **κειμένου** (γραφή / ύλη / λόγος) — Η μηχανή αναλύει τα δεδομένα.
- The computer can process large amounts of text.
- Εδώ αναφέρεται σε ψηφιακά δεδομένα.