Κέρδος /ˈcerðos/ Noun
- English
- profit
- Deutsch
- der gewinn
Example
- Το μικρό φούρνος επιτέλους έβγαλε **κέρδος** τον περασμένο μήνα.
- The small bakery finally turned a profit last month.
- Το ρήμα «βγάζω» (to make/yield) είναι μαγνητική σύνδεση με το κέρδος.