κλίση /ˈkli.si/ Noun
- English
- slope
- Deutsch
- der hang / die steigung
Example
- Το χωριό είναι χτισμένο σε απότομη [η κλίση] — είναι σαν να ζούμε σε ταινία του Χόλιγουντ.
- The town is built on a steep slope.
- Η 'κλίση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.