Πρωτοστατώ / Ηγετικός /prɔtɔstɑːˈto/ Adjective
- English
- leading
- Deutsch
- führend
Example
- Είναι η [πρωτοπόρος] (ηγέτης / κορυφαία / πρώτη) επιστήμονας στην κλιματική αλλαγή.
- She is a leading expert in climate science.
- Το 'κορυφαίος' είναι το πιο συνηθισμένο για ειδικούς.