καθιερωμένο /prɛsˈtiːʒəs/ Επίθετο
- English
- prestigious
- Deutsch
- prestigeträchtig
Example
- Φοίτησε σε ένα πανεπιστήμιο **υψηλού κύρους** (επιφανές / καθιερωμένο / φημισμένο) — Η σχολή του είχε τέτοια φήμη που όλοι την ήξεραν.
- She attended a prestigious university.
- Το «υψηλού κύρους» είναι η πιο ασφαλής και κομψή επιλογή για ιδρύματα.