Κράνος /ˈkranos/ Noun
- English
- helmet
- Deutsch
- der helm
Example
- Οι αστυνομικοί με κράνη (περικεφαλαία / προστατευτική καλύπτρα / κράνη) οριοθέτησαν τους δρόμους.
- Police in riot helmets lined the streets.
- Το 'κράνος' είναι η καθολική λέξη, ακόμα και για τα ΜΑΤ.