κόβω /ˈko.vo/ Verb

English
cut
Deutsch
schneiden

Example

  • Της έκοψε (κόβω / τραυματίζω / διαχωρίζω) το δάχτυλό της σε ένα κομμάτι γυαλί.
  • She cut her finger on a piece of glass.
  • Η λέξη 'κόβω' καλύπτει και τον τραυματισμό.