Μαγικό /ma.ʝiˈko/ Noun

English
magic
Deutsch
magie / magisch

Example

  • Πιστεύεις στην [μαγεία] (γοητεία / ξόρκια) — ή μήπως είσαι ρεαλιστής;
  • Do you believe in magic?
  • Εδώ η ερώτηση αφορά την πίστη σε κάτι πέρα από τη λογική.