Ματιά /mˈa.t͡ɕa/ Noun
- English
- glimpse
- Deutsch
- einblick / flüchtiger blick
Example
- Έριξε μια γρήγορη [ματιά] (ματιά / κοίταγμα / περαστική όψη) μέσα στο πλήθος.
- He caught a glimpse of her in the crowd.
- Η 'ματιά' είναι το πιο φυσικό και καθημερινό αντίστοιχο.