Μέγιστο /meˈʝisto/ AdjectiveEnglishmaximumDeutschdas maximum / maximalExampleΤο αυτοκίνητο έχει **μέγιστη** ταχύτητα 150 μίλια/ώρα.The car has a maximum speed of 150 mph.Εδώ το 'μέγιστη' ταιριάζει απόλυτα με την έννοια του ορίου.