μερίδα /meˈriða/ Noun

English
portion
Deutsch
der anteil / die portion

Example

  • Κράτησε μια [μερίδα] (μερίδα / μερίδιο / ποσοστό) από τον μισθό της για ταξίδια.
  • She saved a portion of her salary for travel.
  • Εδώ το 'μερίδα' λειτουργεί άψογα, υποδηλώνοντας το κομμάτι που της αναλογεί.