Μεταξένιος /metaksˈenios/ Noun
- English
- silk
- Deutsch
- seide
Example
- Ο μεταξοσκώληκας [υφαίνει/πλέκει/δημιουργεί] το μετάξι γύρω από όλο του το σώμα.
- The caterpillar spins the silk around its entire body.
- Το ρήμα «υφαίνω» ταιριάζει καλύτερα στην παραγωγή του υφάσματος.