Ανακατεύω /ɐnɐkɐˈtevɔ/ Noun
- English
- mix
- Deutsch
- mischen / die mischung
Example
- Το σχολείο έχει μια καλή μίξη (σύμφυρμα / κράμα / ανάμειξη) παιδιών από διαφορετικά κοινωνικά και εθνικά υπόβαθρα.
- It's a school with a good social and ethnic mix of children.
- Εδώ η 'μίξη' υποδηλώνει ποικιλομορφία.