Ανάμεικτος /anaˈmiktos/ Adjective
- English
- mixed
- Deutsch
- durchwachsen
Example
- Η συνταγή απαιτεί ένα [ανάμεικτο] σακουλάκι κατεψυγμένων λαχανικών.
- The recipe calls for a mixed bag of frozen vegetables.
- Το 'ανάμεικτο' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.