μοναχός /moˈnaχos/ Noun
- English
- monk
- Deutsch
- der mönch
Example
- Ο Βενεδικτίνος Μοναχός πέρασε τις μέρες του στην προσευχή και τη μελέτη.
- The Benedictine monk spent his days in prayer and study.
- Η λέξη 'Μοναχός' με κεφαλαίο δείχνει σεβασμό στην ιδιότητα.