μυστηριώδης /mistirioːðis/ Επίθετο

English
mysterious
Deutsch
geheimnisvoll

Example

  • Πέθανε με [αδιευκρίνιστες] συνθήκες.
  • He died in mysterious circumstances.
  • Εδώ το 'αδιευκρίνιστες' (unclear) είναι πιο συχνό από το 'μυστηριώδεις' σε ρεπορτάζ.