Νεανικότητα / Νιάτα /ne.aniˈko.ti.ta/ Noun

English
youth
Deutsch
die jugend

Example

  • Ήταν ένας ταλαντούχος μουσικός στην [η νιότη] του.
  • He was a talented musician in his youth.
  • Η 'νιότη' εδώ είναι η πιο κοινή και ζεστή επιλογή.