οικονομία /iko.noˈmi.a/ Noun
- English
- economy
- Deutsch
- die wirtschaft
Example
- Η κυβέρνηση προσπαθεί να τονώσει την [οικονομία] (ανάπτυξη / ευημερία / πρόοδο) της χώρας.
- The government is trying to boost the economy.
- Το ρήμα 'τονώνω' είναι μαγνητικό εδώ.