Ουσιαστικά /u.si.stiˈka/ Adverb

English
basically
Deutsch
im grunde genommen

Example

  • Νομίζω πως **ουσιαστικά** λέμε το ίδιο πράγμα.
  • I think we are basically saying the same thing.
  • Το 'ουσιαστικά' εδώ τονίζει την κοινή βάση της ιδέας.