παράγω /ˌmænjʊˈfæktʃər/ Verb
- English
- manufacture
- Deutsch
- herstellen
Example
- Το εργοστάσιο **παράγει** ανταλλακτικά αυτοκινήτων για μεγάλες μάρκες.
- The plant manufactures automotive parts for major brands.
- Το 'παράγω' εδώ τονίζει τη ροή και την ποσότητα.